Μετάφραση του "hydroxyl" σε Ελληνικά
Οι υδροξύλιο, Υδροξύλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hydroxyl" σε Ελληνικά.
hydroxyl
noun
γραμματική
(chemistry) A univalent radical or functional group (–OH) in organic chemistry; present in alcohols, phenols, carboxylic acids and certain other classes of compounds. [..]
-
υδροξύλιο
noun neuter-OH
Gasoline and hydroxyl aluminum.
Με βενζίνη και υδροξύλιο του αλουμινίου.
-
Υδροξύλιο
chemical group
Gasoline and hydroxyl aluminum.
Με βενζίνη και υδροξύλιο του αλουμινίου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hydroxyl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη