Μετάφραση του "hyphen" σε Ελληνικά

Οι ενωτικό, παύλα, ενωτική παύλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hyphen" σε Ελληνικά.

hyphen verb noun conjunction proper γραμματική

Symbol "-", typically used to join two or more words to form a compound term, or to indicate that a word has been split at the end of a line. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενωτικό

    noun neuter

    symbol used to join words or to indicate a word has been split [..]

    Derivatives of hyphenated materials retain the original hyphen.

    Τα παράγωγα αυτών των υλικών διατηρούν το αρχικό ενωτικό σημείο.

  • παύλα

    noun feminine

    symbol used to join words or to indicate a word has been split

    Just so you know, there's no hyphen in killing spree.

    Απλώς για να ξέρεις, δεν θέλει παύλα στο Δολοφονικό Ξέσπασμα.

  • ενωτική παύλα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενώνω λέξη με ενωτική παύλα
    • χωρίζω λέξη με ενωτική παύλα
    • κεραία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hyphen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hyphen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hyphen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη