Μετάφραση του "hypocrite" σε Ελληνικά

Οι υποκριτής, υποκρίτρια, κουτοπόνηρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hypocrite" σε Ελληνικά.

hypocrite noun γραμματική

Someone who practices hypocrisy, who pretends to hold beliefs, or whose actions are not consistent with their claimed beliefs. [from early 13th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποκριτής

    noun masculine

    person practising hypocrisy [..]

    Let the people of our country see you for the hypocrite you really are.

    'σε το λαό της χώρα μας να δει πόσο υποκριτής είσαι.

  • υποκρίτρια

    noun feminine

    I might be a hypocrite, Lexa, but you're a liar.

    Εγώ μπορεί να είμαι υποκρίτρια, Λέξα αλλά εσύ είσαι ψεύτρα.

  • κουτοπόνηρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hypocrite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hypocrite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hypocrite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη