Μετάφραση του "icon" σε Ελληνικά
Οι εικόνα, εικονίδιο, εικόνισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "icon" σε Ελληνικά.
An image, symbol, picture, or other representation usually as an object of religious devotion. [..]
-
εικόνα
noun femininereligious painting [..]
Jasna, I was sell the cow and bought a icon.
Jasna, πούλησα την αγελάδα και αγόρασα μια εικόνα.
-
εικονίδιο
noun neutersmall picture, computer icon [..]
Click on the icon of the black screen, just like you practiced.
Κάνε κλικ στο εικονίδιο στη μαύρη οθόνη, όπως εξασκήθηκες.
-
εικόνισμα
noun neuterreligious painting
Despite my best efforts, I've become an icon.
Παρά τις καλύτερες προσπάθειές μου, έχω γίνει εικόνισμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- είδωλο
- ίνδαλμα
- πρότυπο
- απεικόνισμα
- απεικόνιση
- αναπαράσταση
- παράσταση
- απείκασμα
- ομοίωμα
- σύμβολο
- εκφραστής
- θρύλος
- Αγιογραφία
- αγιογραφία
- τιτάνας
- αρχέτυπο
- άστρο
- ορόσημο
- «μύθος»
- αντιπροσωπευτικό δείγμα
- αντιπροσωπευτικότερος εκφραστής
- εξέχον, σημαίνον πρόσωπο
- ιερό τέρας
- μεγάλη δόξα
- σήμα κατατεθέν
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " icon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Icon (novel)
-
Εικόνα, εικονίδιο
-
Εικόνας
We believe you were involved in stealing this icon.
Πιστεύουμε ότι εμπλέκεστε στην κλοπή αυτής της εικόνας.
Εικόνες με "icon"
Φράσεις παρόμοιες με "icon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
η αιώνια γυναίκα · πρότυπο γυναικείας ομορφιάς · πρότυπο τού φύλου της
-
χαρακτήρας εικονιδίου
-
πρότυπο [+Γεν.]
-
Βιντεο-εικονοσκόπιο
-
εικονίδιο παρουσίας
-
απεικόνιση εικονιδίου
-
Εικόνας
-
εικονίδιο ποντικιού