Μετάφραση του "id" σε Ελληνικά
Οι ταυτότητα, Id, εκείνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "id" σε Ελληνικά.
The unconscious impulsive component of the personality in the Freudian psychoanalytic model. [..]
-
ταυτότητα
noun feminineWell, it actually only works when you give them the id.
Ναι, αλλά δουλεύει μόνο άμα δείξεις την ταυτότητα.
-
Id
standard UNIX utility
Could not get user id for given user name %
Αδύνατη η ανάκτηση του id χρήστη για το δοσμένο όνομα χρήστη %
-
εκείνο
pronounid
So much so, he steals their IDs and he travels abroad as them.
Τόσο που παίρνει την ταυτότητά τους και ταξιδεύει στο εξωτερικό ως εκείνοι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " id " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(transitive) To identify (an object, etc.). [..]
-
ταυτότητα
noun feminineSo someone could have stolen the lanyard with his ID badge.
Οπότε κάποιος μπορεί να έκλεψε το κορδόνι με την ταυτότητα του.
-
δελτίο ταυτότητας
noun neuterThe status of the privileged person is indicated on the ID card as a code.
Το καθεστώς του προνομιούχου προσώπου αναγράφεται στο δελτίο ταυτότητας με κωδικό.
"Id" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Id στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "id" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδοί
-
αναγνωριστικό πελάτη
-
ειδοί τού Μαρτίου
-
αυτό σημαίνει, δηλαδή
-
Αναγνώριση
-
Εσωτερική διάμετρος
-
Ενσωματωμένα ηλεκτρονικά οδήγησης
-
δελτίον