Μετάφραση του "idiocy" σε Ελληνικά

Οι ηλιθιότητα, ιδιωτεία, βλακεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idiocy" σε Ελληνικά.

idiocy noun γραμματική

(psychology) The state or condition of being an idiot; the quality of having an intelligence level far below average; mental retardation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλιθιότητα

    noun feminine

    state of being an idiot

    I see you've kept your family's reputation for undiluted idiocy intact.

    Βλέπω ότι μένεις πιστός μέχρι τελευταίας κεραίας στην παράδοση της οικογένειας σου ως προς την ηλιθιότητα.

  • ιδιωτεία

    noun feminine

    state of being an idiot

  • βλακεία

    noun feminine

    I can't have my generals spouting idiocy Hitler would applaud.

    Δεν ανέχομαι οι στρατηγοί μου να ξεχειλίζουν από βλακεία, που Χίτλερ θα χειροκροτούσε.

  • ανοησία

    noun feminine

    And you yourself said that would be idiocy.

    Κι εσύ είπες ότι αυτό θα ήταν ανοησία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idiocy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idiocy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη