Μετάφραση του "idiotic" σε Ελληνικά

Οι βλακώδης, ηλίθιος, ανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idiotic" σε Ελληνικά.

idiotic adjective γραμματική

Pertaining to or resembling an idiot; afflicted with idiocy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλακώδης

    No more idiotic saluting and taking hats off.

    Τέρμα οι βλακώδεις χαιρετισμοί και το να βγάζουν τα καπέλα.

  • ηλίθιος

    adjective masculine

    Look, it's that idiotic windbag you slept with.

    Κοίτα, είναι αυτός ο ηλίθιος φαφλατάς με τον οποίο κοιμήθηκες.

  • ανόητος

    noun masculine

    And I certainly don't want some idiotic judge using my hobby as an excuse to make you rich.

    Και σίγουρα δεν θέλω κάποιος ανόητος δικαστής... να χρησιμοποιήσει τη συνήθεια μου σαν δικαιολογία για να σε κάνει πλούσιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idiotic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "idiotic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μα για βλάκα με πέρασες;
  • ο τρελός τού χωριού
  • δέκτης · τηλεόραση · χαζοκούτι
  • χρήσιμος ηλίθιος
  • ανόητος · βλάκας · ηλίθιος · ιδιώτης · κάφρος · κουτός · μαλάκας · μικρόνους · χαζός
  • δεν τρώω σανό
  • ανόητος · βλάκας · ηλίθιος · ιδιώτης · κάφρος · κουτός · μαλάκας · μικρόνους · χαζός
  • ανόητος · βλάκας · ηλίθιος · ιδιώτης · κάφρος · κουτός · μαλάκας · μικρόνους · χαζός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idiotic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη