Μετάφραση του "idolater" σε Ελληνικά
Οι ειδωλολάτρης, Ειδωλολάτρης κυριολεκτικά, και μεταφορικά: someone who respects and admires a person or idea, often too much., ειδωλολάτρισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idolater" σε Ελληνικά.
idolater
noun
γραμματική
One who worships idols; (historical) a pagan. [..]
-
ειδωλολάτρης
noun masculineone who worships idols
The apostle Paul states that being a greedy person means being an idolater.
Ο απόστολος Παύλος δηλώνει ότι το να είναι κανείς άπληστος ισοδυναμεί με το να είναι ειδωλολάτρης.
-
Ειδωλολάτρης κυριολεκτικά, και μεταφορικά: someone who respects and admires a person or idea, often too much.
-
ειδωλολάτρισσα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " idolater " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη