Μετάφραση του "idyl" σε Ελληνικά
Το ειδύλλιο είναι η μετάφραση του "idyl" σε Ελληνικά.
idyl
noun
γραμματική
Alternative spelling of idyll. [..]
-
ειδύλλιο
noun neuterAt the risk of inflaming Sister Fate, this bully-free period has been an Arcadian idyll!
Με το ρίσκο να δια - κινδυνεύσω τη μοίρα αυτή η περίοδος χωρίς νταήδες ήταν ένα αρκαδικό ειδύλλιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " idyl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "idyl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδυλλιακά · ονειρεμένα
-
ειδυλλιακός · ονειρεμένος · ονειρικός · ονειρώδης
-
A very happy, peaceful, and simple situation or period of time, especially in the countryside, or a piece of music, literature, etc. that describes this · ειδύλλιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη