Μετάφραση του "illegal" σε Ελληνικά

Οι παράνομος, έκνομος, λαθρομετανάστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "illegal" σε Ελληνικά.

illegal adjective noun γραμματική

(law) Contrary to or forbidden by law, especially criminal law. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράνομος

    adjective masculine

    prohibited by established rules [..]

    No one is illegal.

    Κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος.

  • έκνομος

    adjective masculine

    Contrary to or forbidden by law

  • λαθρομετανάστης

    noun masculine

    An illegal immigrant

    He was covered in blood in a stolen car, in the country illegally.

    Ήταν γεμάτος με αίματα σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο όντας λαθρομετανάστης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άνομος
    • απαγορευμένος
    • αθέμιτος
    • λαθραίος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " illegal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Illegal
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παράνομος

    No one is illegal.

    Κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος.

Φράσεις παρόμοιες με "illegal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "illegal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη