Μετάφραση του "imbecility" σε Ελληνικά

Οι ηλιθιότητα, βλακεία, ανοησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imbecility" σε Ελληνικά.

imbecility noun γραμματική

The quality of being imbecile; weakness; feebleness, especially of mind. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλιθιότητα

    noun feminine

    quality of imbecile, stupid behaviour

    Holder called his pictures " great gobs of imbecility. "

    Ο Χόλντερ αποκάλεσε τους πίνακές του " Μεγάλη ηλιθιότητα ".

  • βλακεία

    noun feminine

    quality of imbecile, stupid behaviour

  • ανοησία

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κουταμάρα
    • χαζομάρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imbecility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imbecility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανόητος · βλάκας · βλαξ · ηλίθιος · κουτός · μουρλός · χαζός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imbecility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη