Μετάφραση του "immerse" σε Ελληνικά
Οι βυθίζω, βουτώ, απορροφώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immerse" σε Ελληνικά.
immerse
adjective
verb
γραμματική
(transitive) To put under the surface of a liquid; to dunk. [..]
-
βυθίζω
verbThe bulkhead deck shall not be immersed in the final stage of flooding.
Το κατάστρωμα στεγανών δεν βυθίζεται στο τελικό στάδιο της υπερχείλισης.
-
βουτώ
verb -
απορροφώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταδύω
- ποντίζω
- αφομοιώνω
- βουλιάζω
- βυθίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " immerse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "immerse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εμβαπτιζόμενος
-
(κατα)πόντιση · απορρόφηση · βουτιά · βούλιαγμα · βούτηγμα · βύθιση · βύθισμα · διείσδυση · εισχώρηση · εμβάπτιση · εμβύθιση · κάλυψη · κατάδυση · συγκέντρωση
-
καθηλωτικός
-
να βουτηξεις-να πεσεις με τα μουτρα
-
μπλέντερ χειρός
-
επιμετάλλωση με εμβάπτιση
-
γλωσσική εμβάπτιση · εμβάθυνση στη γλώσσα
-
βαθμός απορρόφησης, βαθμός βύθισης του χρήστη στο σύστημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη