Μετάφραση του "immunosuppression" σε Ελληνικά

Οι ανοσοκαταστολή, ανοσοανεπάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immunosuppression" σε Ελληνικά.

immunosuppression noun γραμματική

(immunology, medicine) The active medical suppression of the immune response. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοσοκαταστολή

    noun

    The critical effects are neurobehavioral changes, endometriosis and immunosuppression.

    Οι κρίσιμες επιδράσεις είναι οι αλλαγές στη λειτουργία του νευρικού συστήματος, η ενδομητρίωση και η ανοσοκαταστολή.

  • ανοσοανεπάρκεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immunosuppression " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immunosuppression" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immunosuppression" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη