Μετάφραση του "impeccable" σε Ελληνικά

Οι άψογος, τέλειος, αναμάρτητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impeccable" σε Ελληνικά.

impeccable adjective γραμματική

Perfect, without faults, flaws or errors [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άψογος

    adjective masculine

    Perfect, having no faults, flaws or errors

    We have to admit that it is impeccable timing.

    Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι αυτός είναι άψογος συγχρονισμός.

  • τέλειος

    adjective masculine

    Perfect, having no faults, flaws or errors

    I feel blessed to get sage advice from such an impeccable mother like you.

    Νιώθω τόσο τυχερή που με συμβουλεύει μία τέλεια μητέρα, όπως εσύ.

  • αναμάρτητος

    Adjective masculine

    Incapable of wrongdoing or sin; immaculate

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αψεγάδιαστος
    • άμεμπτος
    • ανεπίληπτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impeccable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impeccable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impeccable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη