Μετάφραση του "imperfect" σε Ελληνικά

Οι ατελής, παρατατικός, ελαττωματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imperfect" σε Ελληνικά.

imperfect adjective noun γραμματική

(botany) unisexual: having either male (with stamens) or female (with pistil) flowers, but not with both. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατελής

    adjective masculine m;f masculine;feminine

    Not perfect [..]

    However, imperfect information and the presence of risk do not automatically justify the need for State aid.

    Ωστόσο, η ατελής πληροφόρηση και η παρουσία κινδύνου δεν δικαιολογούν αυτομάτως την αναγκαιότητα χορήγησης κρατικής ενίσχυσης.

  • παρατατικός

    noun masculine

    past tense

  • ελαττωματικός

    adjective noun masculine

    Not perfect [..]

    And he ended up being Mr. Imperfect with her.

    Και κατέληξε να γίνει ο κύριος ελαττωματικός μαζί της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελλιπής
    • πλημμελής
    • υποτυπώδης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imperfect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imperfect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imperfect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη