Μετάφραση του "imperiousness" σε Ελληνικά

Οι αυταρχικότητα, δεσποτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imperiousness" σε Ελληνικά.

imperiousness noun γραμματική

The quality of being imperious; arrogance; haughtiness; urgency. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυταρχικότητα

    noun feminine

    being imperious

  • δεσποτισμός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imperiousness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imperiousness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imperiousness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη