Μετάφραση του "impermissible" σε Ελληνικά
Το ανεπίτρεπτος είναι η μετάφραση του "impermissible" σε Ελληνικά.
impermissible
adjective
γραμματική
Not permissible; not to be permitted or allowed. [..]
-
ανεπίτρεπτος
adjective masculineAs a result of that ruling, the appellants’ right to judicial protection was impermissibly restricted and the fundamental principle of procedural equality was infringed.
Συνέπεια της εν λόγω κρίσης επήλθε ανεπίτρεπτος περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των προσφευγουσών και προσβολή της θεμελιώδους αρχής της δικονομικής ισότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impermissible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη