Μετάφραση του "implicate" σε Ελληνικά
Οι ενοχοποιώ, εμπλέκω, αναμειγνύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "implicate" σε Ελληνικά.
implicate
verb
γραμματική
To connect or involve in an unfavorable or criminal way with something. [..]
-
ενοχοποιώ
verbI'm not implicating anybody, I'm saying so.
Δεν ενοχοποιώ κανέναν, απλά λέω.
-
εμπλέκω
verbOtherwise, your administration will be implicated, and your presidency will be destroyed.
Αλλιώς θα εμπλακεί η διοίκησή σας και η προεδρία σας θα καταστραφεί.
-
αναμειγνύω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " implicate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "implicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενέχομαι · ενοχοποιούμαι
-
Συνέπεια, επίπτωση
-
· ανάμειξη · νύξη · προέκταση, προεκτάσεις · συμπερασμός · υπαινιγμός · υποκείμενη συνέπεια · υποκείμενο συμπέρασμα · υπονοούμενο
-
συνέπειες
-
· ανάμειξη · νύξη · προέκταση, προεκτάσεις · συμπερασμός · υπαινιγμός · υποκείμενη συνέπεια · υποκείμενο συμπέρασμα · υπονοούμενο
-
ενέχομαι · ενοχοποιούμαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη