Μετάφραση του "impotency" σε Ελληνικά
Οι ανικανότητα, ανημποριά, αδυναμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impotency" σε Ελληνικά.
impotency
noun
γραμματική
Variant of impotence. [..]
-
ανικανότητα
nounWell, impotence has a significantly higher rate of occurrence than vaginismus.
Η ανικανότητα εμφανίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τον κολεόσπασμο.
-
ανημποριά
noun -
αδυναμία
noun feminineThis impotence feeds the conviction in the United States that they are the avenging angel.
Αυτή η αδυναμία τρέφει στις Ηνωμένες Πολιτείες την πεποίθηση ότι μπορούν να είναι ο εκδικητικός άγγελος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impotency " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη