Μετάφραση του "imprudence" σε Ελληνικά
Το απερισκεψία είναι η μετάφραση του "imprudence" σε Ελληνικά.
imprudence
noun
γραμματική
(uncountable) The quality or state of being imprudent; want of prudence, caution, discretion or circumspection; indiscretion; inconsideration; rashness; heedlessness. [..]
-
απερισκεψία
nounFor my past imprudence, I shall be apologetic the rest of my life.
Για την προηγούμενη απερισκεψία μου, θα πρέπει να απολογούμαι για το υπόλοιπο της ζωής μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imprudence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη