Μετάφραση του "inability" σε Ελληνικά

Οι αδυναμία, ανικανότητα, αδύνατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inability" σε Ελληνικά.

inability noun γραμματική

lack of the ability to do something; incapability [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυναμία

    noun feminine

    lack of the ability to do something; incapability [..]

    This often led to delays in production and inability of Cimos to meet its commitments towards customers.

    Αυτό συχνά προκάλεσε καθυστερήσεις στην παραγωγή και αδυναμία της Cimos να τηρήσει τις δεσμεύσεις της έναντι πελατών της.

  • ανικανότητα

    noun feminine

    I am concerned about this inability to get to grips with the real problems.

    Με ανησυχεί αυτή η ανικανότητα αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων.

  • αδύνατο

    adjective
  • ανημπόρια

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inability " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inability" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη