Μετάφραση του "inactivity" σε Ελληνικά

Οι αδράνεια, απραξία, στασιμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inactivity" σε Ελληνικά.

inactivity noun γραμματική

The quality of being inactive; idleness; passiveness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδράνεια

    noun feminine

    quality of being inactive [..]

    However, this should not be an excuse for inaction in the short run.

    Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να αποτελέσει βραχυπρόθεσμα δικαιολογία για αδράνεια.

  • απραξία

    noun

    By constantly increasing his personal power he is trying to conceal his own inactivity in the transformation process.

    Mε τη συνεχή εδραίωση της προσωπικής του δύναμης θέλει να αποπροσανατολίσει από την απραξία του στη διαδικασία μετασχηματισμού.

  • στασιμότητα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inactivity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Inactivity

A time-out setting in Web playlists after which a user session is terminated if the connected client is not actively downloading content references in the playlist.

+ Προσθήκη

"Inactivity" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Inactivity στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "inactivity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ανενεργός · Ανενεργός, αδρανής
  • ανενεργό παράθυρο
  • αδράνεια · απραξία
  • Απασχολημένος (ανενεργός)
  • αδράνεια · απραξία
  • αδρανές · αδρανής · ανενεργό · ανενεργός · αχρησιμοποίητο · νωθρός · οκνηρός · παθητικός · χαλασμένος
  • χρόνος αδράνειας
  • ανενεργή επαφή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inactivity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη