Μετάφραση του "inanity" σε Ελληνικά
Το ανοησία είναι η μετάφραση του "inanity" σε Ελληνικά.
inanity
noun
γραμματική
(uncountable) The property of being inane, of lacking material of interest or satisfaction, emptiness. [..]
-
ανοησία
noun feminineBut I would rather be old-fashioned and unemployed... than part of a show that celebrates the inane.
Όμως, προτιμώ να είμαι παλαιών αρχών και άνεργη... παρά συμμέτοχη μιας εκπομπής που ευλογεί την ανοησία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inanity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη