Μετάφραση του "incertitude" σε Ελληνικά
Οι αβεβαιότητα, αμφιβολία, αμφιταλάντευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incertitude" σε Ελληνικά.
incertitude
noun
γραμματική
uncertainty, doubt, insecurity [..]
-
αβεβαιότητα
noun feminineThe requirements of legal certainty, which are inherent in any procedure capable of becoming contentious, preclude such incertitude.
Οι επιταγές της ασφάλειας δικαίου, οι οποίες είναι συμφυείς με κάθε διαδικασία που μπορεί να καταλήξει σε ένδικη διαφορά, δεν επιτρέπουν μια τέτοια αβεβαιότητα.
-
αμφιβολία
noun feminine -
αμφιταλάντευση
noun -
δισταγμός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incertitude " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη