Μετάφραση του "incisor" σε Ελληνικά
Οι κοπτήρας, τομεύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incisor" σε Ελληνικά.
incisor
noun
γραμματική
One of the front teeth of mammals, between the canines. [..]
-
κοπτήρας
noun masculinetooth
Yes, the victim is missing a maxillary lateral incisor.
Ναι, λείπει ένας άνω πλάγιος κοπτήρας από το θύμα.
-
τομεύς
noun masculinetooth
The fractured mandible and the missing mandibular central incisors are documented hockey injuries.
Η σπασμένη γνάθος και ο χαμένος κεντρικός τομέας είναι χαρακτηριστικά του χόκεϊ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incisor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "incisor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κεντρικός τομέας άνω γνάθου
-
Πλάγιος τομέας άνω γνάθου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη