Μετάφραση του "inclined" σε Ελληνικά
Οι επιρρεπής, κεκλιμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inclined" σε Ελληνικά.
inclined
adjective
verb
γραμματική
At an angle to the horizontal; slanted or sloped. [..]
-
επιρρεπής
-
κεκλιμένος
An open, inclined conduit fitted with a gate for regulating water flow.
Ανοικτός, κεκλιμένος αγωγός ο οποίος διαθέτει θύρα για τη ρύθμιση της ροής των υδάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inclined " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inclined" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κλίση
-
γωνία κλίσης
-
έγκλιση · κέφι · κλίση · προδιάθεση · προθυμία · ροπή · τάση
-
Κλίση
-
Κεκλιμένο επίπεδο · κεκλιμένο επίπεδο
-
κεκλιμένη τροχιά
-
γέρνω · κεκλιμένο επίπεδο · κλίνω · κλίση · πλαγιά · ρέπω · τείνω
-
Κλίση τροχιάς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη