Μετάφραση του "inconvenient" σε Ελληνικά
Οι άβολος, άβολο, ενοχλητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inconvenient" σε Ελληνικά.
inconvenient
adjective
noun
γραμματική
Not convenient. [..]
-
άβολος
adjectivebecause it's too inconvenient for the figures.
Γιατί είναι άβολος στα γραφήματα..
-
άβολο
adjective neuterIt may be inconvenient to the governments, but we defend it very strongly.
Μπορεί να είναι άβολο για τις κυβερνήσεις, αλλά το υπερασπιζόμαστε πολύ σθεναρά.
-
ενοχλητικός
adjectiveAn inconvenient parent for an ambitious civil servant.
'Ενας ενοχλητικός γονιός για έναν φιλόδοξο δημόσιο υπάλληλο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανεπιθύμητος
- δυσχερής
- ανάποδος
- κακόβολος
- απρεπής
- ακατάλληλος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inconvenient " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inconvenient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
· αναστάτωση · αναστατώνω · δυσκολία · ενοχλώ · ενόχληση · στενοχώρια · ταλαιπωρώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη