Μετάφραση του "increasing" σε Ελληνικά
Οι αύξηση, αύξουσα, αύξων, αυξανόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "increasing" σε Ελληνικά.
increasing
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of increase. [..]
-
αύξηση
noun feminineThe consumerist society contributes to a continuous increase in the amount of household waste.
Η καταναλωτική κοινωνία συμβάλλει σε μια συνεχή αύξηση του όγκου των οικιακών αποβλήτων.
-
αύξουσα
Within the same category of coins, the listing follows the increasing value of the currency.
Στην ίδια κατηγορία νομισμάτων η ταξινόμηση γίνεται κατά αύξουσα αξία του νομίσματος.
-
αύξων, αυξανόμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " increasing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "increasing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αύξουσα συνάρτηση
-
αύξηση κεφαλαίου
-
αύξηση της παραγωγής
-
Αυξάνω, αύξηση
-
αυξημένη ένταση
-
έξαρση τής εγκληματικότητας
-
νέα σελήνη · νέο φεγγάρι
-
αύξηση · μισθολογική άνοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη