Μετάφραση του "indebted" σε Ελληνικά
Οι υποχρεωμένος, χρεωμένος, οφειλέτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indebted" σε Ελληνικά.
indebted
adjective
verb
γραμματική
obligated to someone; owing a debt of gratitude to someone [..]
-
υποχρεωμένος
Freed you from your pain and you feel indebted to him.
Σ'ελευθέρωσε από τον πόνο σου και νιώθεις υποχρεωμένος απέναντί του.
-
χρεωμένος
He's an indebted graduate student with very few material assets.
Είναι ένας χρεωμένος φοιτητής με πολύ λίγα περιουσιακά στοιχεία.
-
οφειλέτης
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indebted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indebted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταχρεωμένος · υπερχρεωμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη