Μετάφραση του "indefinite" σε Ελληνικά
Οι αόριστος, ακαθόριστος, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indefinite" σε Ελληνικά.
indefinite
adjective
γραμματική
Without limit; forever, or until further notice; not definite. [..]
-
αόριστος
adjective masculinevague or unclear [..]
Lastly, it must be ascertained exactly what is covered by the notion of ‘indefinite duration’.
Τέλος, απαιτείται ομοφωνία ως προς το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας «αόριστος χρόνος».
-
ακαθόριστος
adjective masculineundecided or uncertain [..]
-
ακατάπαυστος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απεριόριστος
- αιώνιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indefinite " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Indefinite
-
Απροσδιόριστος, ασαφής
Φράσεις παρόμοιες με "indefinite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φλου
-
μικρή απροσδιόριστη ποσότητα
-
αόριστη νομική έννοια
-
μεταθέτω κτ στις ελληνικές καλένδες
-
αόριστο ολοκλήρωμα
-
μεγάλη ποσότητα
-
απεριόριστα · αόριστον · επ' αόριστον
-
αόριστο άρθρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη