Μετάφραση του "indelibility" σε Ελληνικά
Το ανεξάλειπτο είναι η μετάφραση του "indelibility" σε Ελληνικά.
indelibility
noun
γραμματική
The property of being indelible. [..]
-
ανεξάλειπτο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indelibility " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indelibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεξίτηλο ίχνος · ανεξίτηλο αποτύπωμα · ανεξίτηλο σημάδι
-
'' '' αδιάκριτος · άσεμνος · αγενής · αγροίκος · απρεπής · χυδαίος
-
ανεξάλειπτος · ανεξίτηλος
-
ανεξίτηλα
-
'' '' αδιάκριτος · άσεμνος · αγενής · αγροίκος · απρεπής · χυδαίος
-
'' '' αδιάκριτος · άσεμνος · αγενής · αγροίκος · απρεπής · χυδαίος
-
ανεξάλειπτος · ανεξίτηλος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη