Μετάφραση του "indite" σε Ελληνικά

Οι συντάσσω, εκφράζω, κάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indite" σε Ελληνικά.

indite verb noun γραμματική

(transitive) To physically make letters and words on a writing surface; to inscribe [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντάσσω

    verb
  • εκφράζω

    verb
  • κάνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη