Μετάφραση του "inductive" σε Ελληνικά
Το επαγωγικός είναι η μετάφραση του "inductive" σε Ελληνικά.
inductive
adjective
γραμματική
(logic) of, or relating to logical induction [..]
-
επαγωγικός
adjective masculinelogical induction [..]
During regeneration, inductive power factor is allowed to decrease freely in order to keep voltage within limits.
Κατά την ανατροφοδότηση, επιτρέπεται να μειώνεται ελεύθερα ο επαγωγικός συντελεστής ισχύος, ώστε η τάση να διατηρείται εντός ορίων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inductive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inductive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκαθιστώ · εισάγω · εντάσσω · μυώ · οδηγώ · στρατολογώ
-
Ηλεκτρομαγνητική επαγωγή · ηλεκτρομαγνητική επαγωγή
-
Επαγωγικός κινητήρας, εκκίνησης πυκνωτή
-
μη επαγωγικός
-
πρόβλημα της επαγωγής
-
Επαγωγή, αυτεπαγωγή
-
Τρανζίστορ στατικής επαγωγής
-
Κάρτα επαγωγικής σύζευξης εγγύτητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη