Μετάφραση του "inexpert" σε Ελληνικά

Οι άπειρος, αδέξιος, ανίδεος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inexpert" σε Ελληνικά.

inexpert adjective noun γραμματική

Inept or unskilled; not of expert ability or quality. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπειρος

    adjective
  • αδέξιος

    adjective
  • ανίδεος

    Adjective
  • ανειδίκευτος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inexpert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inexpert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη