Μετάφραση του "infighting" σε Ελληνικά

Το φαγωμάρα είναι η μετάφραση του "infighting" σε Ελληνικά.

infighting noun verb γραμματική

Fighting or quarreling among the members of a single group or side. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαγωμάρα

    feminine

    fighting/quarreling among group members

    Debate team was first, they fell to infighting.

    Η ομάδα ντιμπέιτ ήταν η πρώτη που το έκανε, αλλά τους έπιασε η φαγωμάρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infighting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infighting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη