Μετάφραση του "infirm" σε Ελληνικά

Οι ασθενής, άρρωστος, ανάπηρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infirm" σε Ελληνικά.

infirm adjective verb γραμματική

Weak or ill, not in good health. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασθενής

    noun masculine

    In the painting, the afflicted man huddles on the floor in the shadows, exhausted and demoralized after suffering his infirmity for 38 years.

    Στον πίνακα, ο ασθενής κουλουριάζεται στο πάτωμα στις σκιές, εξαντλημένος και αποθαρρυμένος, αφού έχει υποφέρει με την ασθένειά του για 38 χρόνια.

  • άρρωστος

    adjective masculine
  • ανάπηρος

    noun

    Infirm Preacher The article “A Bright Outlook Despite Infirmities” (February 22, 2000) really moved me.

    Ανάπηρος Κήρυκας Το άρθρο «Θετική Άποψη Παρά την Αναπηρία» (22 Φεβρουαρίου 2000) με συγκίνησε βαθιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασταθής
    • ανήμπορος
    • αβέβαιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infirm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "infirm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδυναμία · αναπηρία · ανημποριά · ασθένεια · ατονία · εξάντληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infirm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη