Μετάφραση του "influence" σε Ελληνικά

Οι επιρροή, επηρεάζω, επήρεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "influence" σε Ελληνικά.

influence verb noun γραμματική

The power to affect, control or manipulate something or someone; the ability to change the development of fluctuating things such as conduct, thoughts or decisions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιρροή

    noun feminine

    electrostatic induction [..]

    I don't think you realise how much influence you have on Christian.

    Δεν πιστεύω ότι συνειδητοποιείτε πόση επιρροή έχετε στον Κρίστιαν.

  • επηρεάζω

    verb

    transitive: to exert an influence upon

    This may influence Europe's whole economic situation and competitiveness.

    Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τη συνολική οικονομική κατάσταση και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

  • επήρεια

    noun feminine

    action exerted by a person or thing with power to cause change

    Don't drive under the influence of alcohol.

    Μην οδηγείτε υπό την επήρεια αλκοόλ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιδρώ
    • επηρεάζομαι
    • επίδραση
    • δύναμη
    • επενέργεια
    • πράξη
    • δρω
    • επενεργώ
    • ασκώ επίδραση σε
    • παρεμβαίνω σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " influence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Influence
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επιρροή, επίδραση, επηρεάζω

Φράσεις παρόμοιες με "influence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "influence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη