Μετάφραση του "infuriate" σε Ελληνικά
Οι εξοργίζω, εξαγριώνω, βγάζω κπ απ' τα ρούχα του είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infuriate" σε Ελληνικά.
infuriate
adjective
verb
γραμματική
to make furious or mad with anger; to enrage [..]
-
εξοργίζω
verbto make furious or mad with anger [..]
-
εξαγριώνω
verbκάνω Τούρκο(φρ.)
-
βγάζω κπ απ' τα ρούχα του
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάνω Τούρκο
- κάνω έξω φρενών
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " infuriate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "infuriate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι
-
εξοργιστικός
-
εξοργιστικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη