Μετάφραση του "ingenuity" σε Ελληνικά

Οι εφευρετικότητα, επινοητικότητα, εξυπνάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingenuity" σε Ελληνικά.

ingenuity noun γραμματική

The ability to solve difficult problems, often in original and creative ways [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφευρετικότητα

    noun feminine

    Aida's ingenuity in circumventing her protocols is extraordinary.

    Η εφευρετικότητα της Έιντα να παρακάμπτει πρωτόκολλα, είναι εντυπωσιακή.

  • επινοητικότητα

    noun feminine

    This is a monument to human initiative and ingenuity.

    Αυτό είναι ένα μνημείο αφιερωμένο στην ανθρώπινη πρωτοβουλία και επινοητικότητα.

  • εξυπνάδα

    noun

    Your energy, your ingenuity your audacity have been quite admirable.

    Η εξυπνάδα σου και η αυθάδειά σου ήταν αρκετά αξιοθαύμαστες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευφυία
    • επινοητοκότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ingenuity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ingenuity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • innocent and unsuspecting, naive and trusting ... αφελης · άδολος · αγαθός · αγγελικός · αγνός · ανεπιτήδευτος · απλός · αφελής
  • αφέλεια
  • η εφευρετικότητα σου είναι αξιοθαύμαστη
  • αφέλεια
  • innocent and unsuspecting, naive and trusting ... αφελης · άδολος · αγαθός · αγγελικός · αγνός · ανεπιτήδευτος · απλός · αφελής
  • αφέλεια
  • innocent and unsuspecting, naive and trusting ... αφελης · άδολος · αγαθός · αγγελικός · αγνός · ανεπιτήδευτος · απλός · αφελής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ingenuity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη