Μετάφραση του "ingraining" σε Ελληνικά

Οι αποτύπωση, εγχάραξη στο νου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingraining" σε Ελληνικά.

ingraining verb noun

Present participle of ingrain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτύπωση

    noun
  • εγχάραξη στο νου

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ingraining " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ingraining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ingraining" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη