Μετάφραση του "inhabitable" σε Ελληνικά

Το κατοικήσιμος είναι η μετάφραση του "inhabitable" σε Ελληνικά.

inhabitable adjective γραμματική

fit to live in; habitable (see inflammable for usage note) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικήσιμος

    adjective masculine

    fit to live in [..]

    This is the last inhabitable planet within range of Aeryn's prowler.

    Αυτός είναι ο τελευταίος κατοικήσιμος πλανήτης εντός της εμβέλειας του Πρόουλερ της Έιριν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inhabitable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inhabitable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατοικώ
  • πόλη με εκατομμύρια κατοίκους
  • · κάτοικος
  • κατοικημένος · κατοικούμενος
  • ενοικώ · ζω · καταλαμβάνω · κατοικώ · μένω
  • ενοικώ · ζω · καταλαμβάνω · κατοικώ · μένω
  • · κάτοικος
  • κατοικημένος · κατοικούμενος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inhabitable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη