Μετάφραση του "inheritance" σε Ελληνικά

Οι κληρονομιά, κληρονόμημα, διαδοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inheritance" σε Ελληνικά.

inheritance noun γραμματική

The passing of title to an estate upon death. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κληρονομιά

    noun feminine

    practice of passing on property upon the death of individuals

    What a warning this is to God’s servants today as they approach a vastly superior inheritance!

    Τι προειδοποίηση αποτελεί αυτό για τους υπηρέτες του Θεού σήμερα καθώς πλησιάζουν σε μια πολύ ανώτερη κληρονομιά!

  • κληρονόμημα

    noun

    This aid is not connected to current production and must be regarded as covering inherited liabilities.

    Η εν λόγω χρηματοδοτική παρέμβαση δεν συνδέεται με την τρέχουσα παραγωγή και πρέπει να θεωρηθεί κληρονόμημα του παρελθόντος.

  • διαδοχή

    Noun feminine

    The main concerns of young people are inheritance, access to ownership and tax treatment.

    Οι βασικές ανησυχίες της νεολαίας αφορούν τη διαδοχή, τη δυνατότητα πρόσβασης στην ιδιοκτησία και το οικείο φορολογικό καθεστώς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κληροδότημα
    • κληρονομίας
    • κληρονομία
    • μεταβίβαση
    • διαδοχή, κληρονομιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inheritance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inheritance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inheritance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη