Μετάφραση του "inject" σε Ελληνικά

Οι εμψεκάζω, εγχέω, εμπνέω σε κάποιον κάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inject" σε Ελληνικά.

inject verb γραμματική

(transitive) To push or pump (something, especially fluids) into a cavity or passage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμψεκάζω

  • εγχέω

    Verb
  • εμπνέω σε κάποιον κάτι

    (μτφ.)
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω ένεση
    • μεταδίδω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inject " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inject" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inject" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη