Μετάφραση του "injunction" σε Ελληνικά

Οι διαταγή, ασφαλιστικά μέτρα, δικαστική εντολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "injunction" σε Ελληνικά.

injunction noun γραμματική

The act of enjoining; the act of directing, commanding, or prohibiting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαταγή

    noun feminine

    Such a decision is tantamount to an implied injunction against the Commission.

    Η απόφαση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να απευθύνει προς την Επιτροπή μία σιωπηρή διαταγή.

  • ασφαλιστικά μέτρα

    Mrs. Esfandiari has won an injunction against the wind farm, asserting that it would impair her view.

    Κέρδισε ασφαλιστικά μέτρα εναντίον τους, ισχυριζόμενη πως της χαλούσαν την θέα.

  • δικαστική εντολή

    feminine

    We get an injunction on one thread, and another one pops up.

    Παίρνουμε δικαστική εντολή για μια δημοσίευση και εμφανίζεται άλλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " injunction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "injunction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη