Μετάφραση του "inkle" σε Ελληνικά
Οι δαντέλα, δαντελωτό κέντημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inkle" σε Ελληνικά.
inkle
verb
noun
γραμματική
(transitive, rare) To hint at; disclose. [..]
-
δαντέλα
noun -
δαντελωτό κέντημα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inkle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη