Μετάφραση του "innovative" σε Ελληνικά
Οι καινοτόμος, νεωτεριστικός, προηγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "innovative" σε Ελληνικά.
Characterized by the creation of new ideas or things [..]
-
καινοτόμος
adjective masculinecharacterized by the creation of new ideas or things
Contract a study to identify innovative practices for marina development.
Θα εκπονήσει μελέτη για τον εντοπισμό καινοτόμων πρακτικών, για την κατασκευή μαρινών.
-
νεωτεριστικός
adjective masculinecharacterized by the creation of new ideas or things
— the genuinely innovative nature of certain projects;
— ο πραγματικά νεωτεριστικός χαρακτήρας ορισμένων σχεδίων,
-
προηγμένος
adjective masculineforward looking; ahead of current thinking
It shall contribute to closing the gap between research and innovation and promote all forms of innovation.
Συμβάλλει στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ έρευνας και καινοτομίας και προάγει κάθε μορφή καινοτομίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " innovative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "innovative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαταρακτική καινοτομία
-
διάδοση των καινοτομιών
-
ημιριζοσπαστική καινοτομία
-
Κοινωνική καινοτομία · κοινωνική καινοτομία
-
εμπορική καινοτομία, καινοτομία μάρκετινγκ
-
καινοτομώ
-
καταλυτική καινοτομία
-
κατανεμημένη καινοτομία