Μετάφραση του "inquiry" σε Ελληνικά
Οι έρευνα, εξέταση, ερώτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inquiry" σε Ελληνικά.
The act of inquiring; a seeking of information by asking questions; interrogation; a question or questioning. [..]
-
έρευνα
noun feminineIt stated that it continued to place primary importance on a credible and transparent independent international inquiry.
Δήλωσε ότι εξακολουθεί να δίδει πρωταρχική σημασία σε μια αξιόπιστη και διαφανή ανεξάρτητη διεθνή έρευνα.
-
εξέταση
noun feminineA second public inquiry takes place before the Administration delivers the licence.
Μια δεύτερη δημόσια εξέταση λαμβάνει χώρα πριν η διοίκηση χορηγήσει την άδεια.
-
ερώτηση
noun feminineJust a straightforward inquiry that only someone with serious insecurities would take issue with.
Απλώς μια ευθεία ερώτηση, που μόνο κάποιος με σοβαρές ανασφάλειες θα εκλάμβανε διαφορετικά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανάκριση
- διερεύνηση
- ερώτημα
- αναζήτηση
- απορία
- ερωτηματικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inquiry " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ερώτηση
Inquiry - - are you acquainted with the criminal River Song?
Ερώτηση... γνωρίζεις την εγκληματία Ρίβερ Σονγκ;
Φράσεις παρόμοιες με "inquiry" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινοβουλευτική έρευνα
-
διερεύνηση του χαρακτήρα κοινής ωφελείας
-
υπηρεσία αναζήτησης
-
πεδίο έρευνας
-
εξεταστική επιτροπή
-
αναζήτηση πλαισίου
-
διεξαγωγή αποδείξεων
-
δημόσια ερώτηση