Μετάφραση του "inroad" σε Ελληνικά
Οι επιδρομή, εισβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inroad" σε Ελληνικά.
inroad
verb
noun
γραμματική
an advance into enemy territory, an incursion, an attempted invasion [..]
-
επιδρομή
noun feminineSo I had a little inroad.
Οπότε έκανα μία επιδρομή.
-
εισβολή
noun feminineIn an effort to protect these territories from the inroads of civilization, the government restricts public access.
Σε μια προσπάθεια να προστατέψει αυτές τις περιοχές από την εισβολή του πολιτισμού, η κυβέρνηση έχει επιβάλει περιορισμούς στην είσοδο του κοινού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inroad " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inroad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισβάλλω σε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη