Μετάφραση του "insecurity" σε Ελληνικά

Οι ανασφάλεια, αβεβαιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insecurity" σε Ελληνικά.

insecurity noun γραμματική

A lack of security, uncertainty [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανασφάλεια

    noun feminine

    vulnerability [..]

    Because women can detect insecurity a mile away, Kyle.

    Γιατί οι γυναίκες αντιλαμβάνονται την ανασφάλεια, από μίλια μακριά, Κάιλ.

  • αβεβαιότητα

    noun feminine

    Overall, insecurity is increasing, particularly among disadvantaged groups.

    Συνολικά η αβεβαιότητα αυξάνεται, ειδικά στις μειονεκτούσες ομάδες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insecurity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "insecurity"

Φράσεις παρόμοιες με "insecurity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβέβαιος · ανασφαλής · επισφαλής
  • εργασιακή ανασφάλεια
  • αβέβαιος · ανασφαλής · επισφαλής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insecurity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη