Μετάφραση του "insignificant" σε Ελληνικά

Οι ασήμαντος, ασήμαντο, ασήμαντη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insignificant" σε Ελληνικά.

insignificant adjective γραμματική

Not significant; not important, consequential, or having a noticeable effect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασήμαντος

    adjective masculine

    not significant; not important

    He said Callo was insignificant, but he wasn't.

    Είπε ότι ο Κάλο ήταν ασήμαντος, αλλά δεν ήταν.

  • ασήμαντο

    adjective

    In this contract, the holder transfers to the insurer the insignificant risk of losing one currency unit.

    Στο συμβόλαιο αυτό, ο κάτοχος μεταφέρει στον φορέα ασφάλισης τον ασήμαντο κίνδυνο της απώλειας μιας νομισματικής μονάδας.

  • ασήμαντη

    adjective

    We'd hate to see the Federation pulled into an insignificant and purely internal affair.

    Δεν θα θέλαμε να δούμε την Ομοσπονδία να αναμιγνύεται σε μια ασήμαντη εσωτερική μας υπόθεση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μηδαμινός
    • αμελητέος
    • ασημαντος
    • λεπτομερειακός
    • επουσιώδης
    • τιποτένιος
    • ανώδυνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insignificant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insignificant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insignificant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη